Ψυχή. Ξημερώνει κι εκείνος πρέπει να ξεφορτωθεί το άψυχο σώμα χωρίς να τον αντιληφθούν. Κάτω από το κεφάλι του νεκρού οι κηλίδες αίματος έχουν ποτίσει το χώμα κι οι υγρές τούφες των μαλλιών του ξεπροβάλλουν σαν βδέλλες έτοιμες να ρουφήξουν το πηχτό αίμα. Σέρνει το πτώμα από τα πόδια. Μπροστά του ο τοίχος στάζει ακόμα λίγες σταγόνες από το κόκκινο υγρό. Σταματά και συνειδητοποιεί ότι τον παρακολουθεί μια γάτα που ξεπρόβαλε από το σκοτεινό στενό. Οι παλάμες του έχουν ιδρώσει. Αφήνει απότομα τα νεκρά μέλη να χυθούν άχαρα στο χώμα. Πιέζει το στόμα του στο εσωτερικό του αριστερού του αγκώνα και σφίγγει τα δόντια, σχεδόν πονάει, αλλά στέκεται αδύνατον να κρατήσει το κρασί που έπιναν μαζί μέχρι πριν λίγες ώρες και αναπόφευκτα αδειάζει το περιεχόμενό του στομαχιού του, ένα δύσοσμο μίγμα από κρασί, σάλια και φιστίκια, στη δεξιά σόλα του παπουτσιού. Το κεφάλι του βαρύ. Ζαλίζεται. Χάνει την ισορροπία του προσπαθώντας να αποφύγει τον εμετό του. Σκουπίζει τα βρώμικα γένια κ...